Άκουσα το χρόνο

26 Jul

Αυτό το άρθρο διαβάστε το σαν ένα παραμύθι. Από εκείνα τα αληθινά παραμύθια που συμβαίνουν στη ζωή και συνήθως έχουν άσχημο τέλος.

Το μακρινό 2002 ένας πιτσιρικάς 14 ετών μαθαίνει τι σημαίνει ζωή. Αληθινή ζωή. Μαθαίνει πως είναι να συμβιώνει με έναν άνθρωπο που έχει υποθηκευμένο μέλλον. Τότε ξεκινάει το παραμύθι μας. Μια κανονική ζωή και μια ζωή ιδιαίτερη σχολείο, φροντιστήριο, ποδόσφαιρο, μουσική αλητείες και μετά στο σπίτι συμπαράσταση, δύναμη στον δικό του άνθρωπο.

Τα χρόνια περνάνε νοσοκομεία, ακτινοβολίες στα 17 του πριν τις πανελλήνιες ο μικρός έχει μάθει όλα τα νοσοκομεία του λεκανοπεδίου, μπαινοβγαίνει εκεί μέσα κάπου τότε έρχεται το πρώτο εσωτερικό σπάσιμο.

Η ”αρρώστια” όπως την έλεγαν μιας και φοβούνταν μέχρι και να την ονοματίσουν ήταν τρομακτική, σε τρώει το ίδιο σου το σώμα. Αναπαράγεις κάτι που θα σε σκοτώσει και το ξέρεις, κάθε μέρα και μια μάχη στην αρχή πιο εύκολη αργότερα πιο δύσκολες, στο τέλος ”χαμένες”.

Τα χρόνια περνούσαν κι όλα γίνονταν πιο επιθετικά. Η ζωή, η αρρώστια. Μεγαλώναμε μαζί και μαζί μας μεγάλωναν τα αδιέξοδα.

Ο πιτσιρικάς που είχε μεγαλώσει πριν έρθει η ώρα του πήγαινε πια παντού.

Έμπαινα σε νοσοκομεία, κουβαλούσε ορούς, έβλεπε τις χημειοθεραπείες, βοηθούσε με τις ενέσεις, έκανε πλύσεις. Κυρίως έκανε τον δυνατό ακόμα κι όταν δεν ήταν γιατί κάποιος έπρεπε να κρατάει τους υπόλοιπους έστω κι αν χρειαζόταν απεγνωσμένα κάποιον να κρατάει κι αυτόν. Η έννοια του ατομικισμού ίσως είναι η μόνη φορά που τον έβρισκε σύμφωνο. Αυτός ήταν εκεί και έπαιρνε δύναμη από τον ίδιο του τον εαυτό. Ατομικές μονάδες δύναμης.

Και πάντα εκεί σε ένα νοσοκομεία, σε μια καρέκλα, χωρίς ύπνο, χωρίς φαγητό, εξαθλιωμένοι αλλά και περήφανοι. Αξιοπρεπείς ακόμα και όταν η έννοια της αξιοπρέπειας βιαζόταν κατά συρροή από την αρρώστια.

Οι μάχες πια δίνονταν καθημερινά με τρομακτική σφοδρότητα στον ενδέκατο όροφο ενός ιδιωτικού νοσοκομείου. Βλέπετε το κράτος που τόσο αγαπάνε σε αυτή τη χώρα στα δημόσια νοσοκομεία αντιμετώπιζε τους ανθρώπους σαν αναλώσιμα κομμάτια κρέατος.  Εκτός από το νοσοκομείο όμως οι μάχες δίνονταν και στα σπίτι. Αδυναμία βαδίσματος, εμετοί, αίματα. Και όμως πάντα εκεί να κλέβουμε ελπίδα και να παρεμβαίνουμε στις ισορροπίες της κανονικότητας κερδίζοντας το χωροχρόνο έστω στιγμιαία. Ένα χαμόγελο(όχι παγωμένο), μια ιστορία από τα παλιά, ένας πιτσιρικάς καινούργιος με το ίδιο όνομα. Η συνέχεια του…

Αν η ”αρρώστια” είναι ο καρκίνος του σώματος, τότε η κατάθλιψη είναι ο καρκίνος της ψυχής. Μεγαλώνοντας με το ένα αποκτάς και το δεύτερο, καταλαβαίνεις πως η ζωή δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μάχες. Συνεχείς μάχες είτε κερδισμένες είτε χαμένες αλλά μάχες. Αν είσαι τυχερός ανάμεσα στις μάχες βρίσκεις αληθινούς ανθρώπους συνοδοιπόρους στις μάχες αυτές…

Οι μάχες όταν λιγοστεύουν σημαίνει πως πια ο αγώνας φτάνει στο τέλος του.

Τότε ο παλιός μας πιτσιρικάς που πια έχει μεγαλώσει πολύ κατάλαβε πράγματα που βασανίζουν τους ανθρώπους.

Ο θάνατος νικιέται. Νικιέται μέσα από την μνήμη και τις στιγμές που δεν μπορεί κανείς να κλέψει από μέσα σου. Μια ιδιότυπη ταινία από φίλμ που προβάλλονται ξανά και ξανά μπροστά σου την στιγμή του πόνου,, του αποχωρισμού και της φρίκης. Πως να κερδίσει ο θάνατος όταν έχεις ζήσει τόσα μα τόσα πολλά; Πως να κερδίσει ο πόνος όταν θυμάσαι τόσα χαμόγελα; Τόση δύναμη; Τόσες μάχες; Πως να κερδίσει ο θάνατος όταν τον κέρδιζες επί 14 χρόνια και δημιουργούσες ζωή;

Η κλεψύδρα άλλωστε αναποδογύρισε τόσες φορές. Κάθε φορά που πήγαινε να τελειώσει η άμμος τούμπα και ξανά και ξανά. Και κερδίζαμε μέρες, κερδίζαμε στιγμές, έβλεπε τόσα πράγματα, πρόλαβε και είδε την συνέχεια του από το εγγόνι του, το πρώτο… εκείνο που πήρε το όνομα του.

Ο θρίαμβος της ζωής απέναντι στο θάνατο, οι μάχες και οι νίκες μια συγκλονιστική εμπειρία αυτογνωσίας σε ένα υποθηκευμένο μέλλον, ένα μοναδικό σημείο επαφής με την απόλυτη πραγμάτωση.

Μέσα από όλο αυτό ο πιτσιρικάς έμαθε να καταλαβαίνει τους ανθρώπους, αυτούς που στα δύσκολα αντέχουν κι αυτούς που στα δύσκολα το έβαλαν στα πόδια. Στο τέλος έμαθε να αγαπάει τους ανθρώπους και την ανθρωπιά. Δεν είναι άλλωστε όλοι οι άνθρωποι για τις ίδιες θάλασσες. Εκεί που κάποιος βουτάει ένας άλλος δεν μπορεί καν να πατώσει. Στο τέλος όμως πάντα κάτι μένει. Το τέλος…

Και το χειρότερο όλων είναι εκείνο το συναίσθημα που ένιωσε ο πιτσιρικάς μας βγαίνοντας από το σπίτι. ”Για χρόνια κάθε φορά που έφτανα στην πόρτα ο πατέρας μου μου έλεγε πρόσεχε και νευρίαζα. Εντάξει δεν ήμουν και ποτέ ήσυχο παιδία αλλά νευρίαζα. Χθές το βράδυ άνοιξα την πόρτα και σκέφτηκα πως σε λίγο καιρό δεν θα ξανακούσω εκείνο το πρόσεχε όταν θα βγαίνω από την πόρτα. Κοντοστάθηκα στην πόρτα πήρα μια βαθιά ανάσα σαν να βουτούσα σε ωκεανό και έσυρα τα βήματα μου ως έξω”.

Αυτό θα είναι το τελευταίο άρθρο για πολύ καιρό να είστε αληθινοί, να  παραμένετε άνθρωποι και να ακούτε το χρόνο και τους ανθρώπους σας…

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: